...της άνευ χρήμασι εκδιδομένης ξανθιάς γυναικός το ηλεκτρονικό κιγκλίδωμα...

To τατουάζ…

Μερικοί άνθρωποι προκαλούμε τους μπελάδες μόνοι μας….πάμε γυρεύοντας, χωρίς να το ξέρουμε…
Πριν πέντε χρόνια επισκέφτηκα το Άμστερνταμ. Γύριζα στους δρόμους και τα κανάλια της υπέροχης αυτής πόλης και σ ένα από τα χιλιάδες μαγαζιά που τρυπάνε μάτια ,μύτες, αφαλούς …τον είδα!
Ένας μικρός μαυροκόκκινος ήλιος με φώναξε…Μαγδαληνή! Εδώ! εμένα!…
Μπήκα και διακόσμησα την ωμοπλάτη μου.
Η μάνα μου μόλις τον είδε αναφώνησε: τι του λείπει του ψωριάρη? Φούντα με μαργαριτάρι… δε σου φτανε η πλατινέ κόμη…. έκανες και τατουάζ….
Τον και είδε η αδελφή μου… αυτή να δείτε …
Αν σε δουν οι γιοι μου και ζητήσουν τατουάζ, να φύγεις από την χώρα!
Ευτυχώς δια εμέ, οι μπόμπιρες ήταν μικροί τότε και δεν έδωσαν σημασία…
Τότε! Γιατί τώρα μεγάλωσαν….
Μπουμπού? (ο μικρός)
Τι είναι Νίκ?
Θέλω να με πας να κάνω τατουάζ (7 χρονών ο τσόγλανος!)
Ωχ, ωχ, ωχ…βρείτε μου καράβι, τρένο, αεροπλάνο, φεύγω και με πατίνι…
Να φύγω όμως…
-Είσαι πολύ μικρός ακόμα για να κάνεις τατουάζ. Άμα φτάσεις στην ηλικία μου, θα σε πάω…
γκρίνια απίστευτη…
καθαρίσαμε με κάτι νερο τατουάζ…ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτά!!!!
Με τον μικρό καθάρισα εύκολα. Με την συντέκνισσα όμως….
-Έχεις κάνει φυλακή Μαγδαληνή?
(ποιος ήρθε???)
-μοιάζω να έχω κάνει κα Κασσάνδρα μου?
-Προς τι η δερματοστιξία τότε?
(Άτσα ….ξέρει και την ορολογία…)
-όποιος έχει τατουάζ έχει κάνει και φυλακή? Δεν το γνώριζα..
-αν δεν έχεις κάνει φυλακή τότε σίγουρα δουλεύεις σε μπαρ ….είσαι ξανθιά έχεις και το τατουάζ…
(να την η ταμπέλα! )
-ουχί δεν εργάζομαι σε μπαρ…επί των δημοσίων σχέσεων είμαι …πωλήσεις κάνω…
-τι πουλάς ?
-τα πάντα εκτός από το κορμί και τη συνείδηση μου…
-εγώ Μαγδαληνή κόρη μου, σε γνώρισα και ξέρω ότι είσαι καλό κορίτσι. Μα οι άλλοι που δε σε ξέρουν …να τα βάψεις τα μαλλιά σου καστανά κόρη μου, και να το σβήσεις το τατουάζ…εδώ οι καλές γυναίκες δεν βάφουν τα μαλλιά τους…δεν κάνουν τατουάζ…. δεν κάνουνε μπάνιο κάθε μέρα(!).
??????????????????
κι άντε πες να βάψω το μαλλί κομοδινί, να σβήσω το τατου αλλά να γίνω και βρομύλο?
Καλλίτερα μιας ώρας ξανθιά Μαγδαληνή
Παρά σαράντα χρόνια χωρίς τατού και άπλυτη!!!

Τούρμπο έχω γίνει…
Τους παράτησα σύξυλους και μπήκα να τα γράψω…να μου φύγει η τάση του εγκεφαλικού… αν δεν τα γράψω… θα πρέπει να τους τα πω …κι άμα τα πω…
Αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά, σας έχει φάει η βρωμιά κι είναι τα μάτια σας κλειστά….
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »

Το ζησα κι αυτό….

Όπως κάθε γυναίκα και δη ξανθιά, με τον κομμωτή μου έχω μια εξαρτημένη σχέση.
Ο Βαλεντίνο, (Βαγγέλη τον λένε, αλλά κινδυνεύω να με βάψει με φούμο αν τον αποκαλέσω έτσι) ο Βαλεντίνο λοιπόν κι εγώ γνωριζόμαστε περίπου 10 χρόνια.
Είναι gay και μάλιστα από τους δεδηλωμένους. Έχει τα κότσια και τα ούμπαλα να λέει αυτά που πρεσβεύει, του βγάζω το καπέλο!
Ως κομμωτής και gay είναι και πολύ φευγάτος. Κουρεύει και ακούει φον Καραγιαν.
Το μαγαζί είναι σε ανατολίτικο στυλ με καθρέφτες και βούδες!
Έχει ασπαστεί ένα παρακλάδι του Βουδισμού, (κύριος οίδε τι πράγμα ).
Φοράει συνεχώς πορτοκαλί χρώμα σαλβάρια και χαϊμαλιά … τρέλα λέμε…
Πάω σήμερα, (μια ζωή χωρίς ραντεβού) και μόλις με βλέπει παρατάει το κούρεμα κι έρχεται φωνάζοντας στην πόρτα .. ο δράκος σ έστειλε! Ο κόκκινος δράκος.
-Τι έπαθες ρε Βαλεντάιν ? ποιος κόκκινος δράκος… και πράσινα άλογα? να κουρευτώ ήρθα.
-Σιγά μην ήρθες να κουρευτείς, πριν δυο μήνες κουρευτικές! Το Σεπτέμβριο πάλι.Πάμε!Ζάνα τέλειωσε εσύ το κούρεμα. Φεύγω…
-Που πάμε ρε τρελέ? Έχω δουλειά.
-Αν είχες δουλειά δεν θα ερχόσουν! σ έστειλε ο κόκκινος δράκος. Του ζήτησα παρέα. Πάμε! θα σου πω στο δρόμο…

Ο Βαλεντίνο έχει ένα κόλλημα εδώ και κάτι μήνες. Θέλει σώνει και καλά να μάθει τι ήτανε στις προηγούμενες ζωές του. Πιστεύει ότι ήτανε γυναίκα. Θέλει να το αποδείξει , να πείσει τη μάνα του ότι ήταν καρμικό!!!
Με είχε φάει εδώ και κανά εξάμηνο να πάμε να κάνουμε αναδρομή μέσω υπνωτισμού.
Ρε τρέλα κι αυτή….

-Ήρθε ο δάσκαλος! (μου λέει στο αμάξι περιχαρής..)
-Ποιος δάσκαλος καλέ?
-Ο γκουρού! Θα μας δεχτεί για αναδρομή!
-Ρε δεν πας καλά… εσύ να κάνεις ότι θες, εμένα να με αφήσεις, εγώ έχω γκουρού το Οξυζενέ. Κάνω αναδρομές κάθε που με βάφεις..
Θα κάνεις, δε θα κάνω, φτάσαμε στο ….ιατρείο να το πω? Ασραμ να το πω?…
Φτάσαμε τέλος πάντων στον γκουρούπα. (τελείως ξυρισμένο το κεφάλι)
Καθίστε, χαλαρώστε, πιείτε ένα τσάι.
Το πιαμε το πρασινοζούμι το πικρό και αναμέναμε…
Έπαιζε μια μουσική από ήχους της φύσης … άνεμοι, πουλάκια, ποτάμια, θάλασσες , βροντές…..λιοντάρια και ελέφαντες…..από όλα είχε!
μουρμούριζε ο γκουρούπας ….στικάκια και κεριά αναμμένα ….ήρθα κι έγινα ένα με τη μπερζέρα. Λήθαργος, κώμα, ότι θέτε πείτε το. Είχα την αίσθηση του χώρου αλλά όχι του χρόνου. Δεν θυμόμουν τίποτα αλλά άκουσα μετά την κασέτα που έγραφε τη συνεδρία.
Πέντε φορές έχω γεννηθεί και τις πέντε, άντρας! Ρε για δες κάτι πράγματα…
Στην πιο πρόσφατη ζωή μου ήμουν και ποδοσφαιριστής… ρεμάλι της κοινωνίας.
Γυναικάς και πότης. Με είχε καταραστεί όλος ο ξανθόκοσμος της σόου μπιζ.
Η κατάρα μιανής (δε θα την βρω τη ρουφιάνα???) η κατάρα αυτηνής λοιπόν με έκανε να γεννηθώ γυναίκα. Θα ερωτευτώ, ή έχω ερωτευτεί λέει, έναν άντρα από μια φωτογραφία (!) και αυτός θα μου βγάλει την πίστη! Αυτός ο άντρας, θα είναι αυτή!

Γέλαγε το τομάρι ο Βαλεντίνο. Καλά να πάθεις μωρή ξανθιά, καλά να πάθεις να βρεθεί αυτός ο άντρας να με γλιτώσει από σένα, να σου κάνει και καμιά εικοσαριά κουτσούβελα να ρθεις να στρώσεις….

Δε ξέρω τι μας ποτίσανε κει περα, αλλά καλά να πάθει ο Βαγγελοβαλεντίνος.
Ήρθαν και τα δικά του μαντάτα ….
Στην προηγούμενη ζωή του δεν ήταν γυναίκα. Ουχί! Ήτο λέει αστυνομικός (?)
Και στην αμέσως προηγούμενη, ήταν πασάς. Με χαρέμι και γιουσουφάκια!

Τελικά τίποτα δεν πληρώνεται εδώ!
Όλα στις άλλες ζωές, πληρώνονται…
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »

Η τρίτη και ο …φτυστός !

Η Φανή και η Ελένη δεν την άντεξαν τη γέννα. Κι οι δυο έφυγαν με τον ίδιο τρόπο.
Φαρμακοτσούτσουνο (!) τον λέγανε στο χωριό τον Μανούσο. Οι λεύτερες κοπέλες ούτε που να τον δουν.
Όχι δηλαδή ότι αυτός ήθελε να τις δει…
Το πρωί στα μουρέλα, το βράδυ με τον Αρίστο στο σπίτι.
Στο χωριό δεν τον αγαπούσαν τον Μανούσο. Τον φοβόντουσαν !

Τρία χρόνια μετά το θάνατο της Ελένης ο κάπτεν είχε βρεθεί με δυο παιδιά.
Το Φάνη, το υιό του και της Φανούλας και την Χριστίνα, την κόρη της Ελένης.
-Μανούσο, πρέπει να πάρεις μια γυναίκα. Πρέπει να πάρεις μια γυναίκα να φροντίσει τα παιδιά.
-Δίκιο έχεις Αρίστο, αλλά καμιά στο χωριό δεν με θέλει, με αποφεύγουν…
-Να πάρεις μια ξενομερίτισσα. Να μην ξέρει.
-Θα μάθει Αρίστο, θα έρθει εδώ και θα μάθει….
-Να πάρεις μια, να μη μιλάει Ελληνικά Μανούσο. Μέχρι να μάθει, θα χει περάσει καιρός! …να κατέβεις στον Πειραιά. Να βρεις μια από κει.

Δε μιλούσε ο Μανούσος, σκεφτόταν.
Μια εβδομάδα μετά, ήταν έτοιμος.
Θα πάω στην Αίγυπτο Αρίστο. Θα λείψω καιρό. Θα βρω γυναίκα από τα χώματα της Φανούλας. Το νου σου στα γυναικόπαιδα…

Τρεις μήνες έλειψε ο κάπτεν και οι φήμες οργίαζαν.
Ένα πρωί, εμφανίστηκε στο έμπα του χωριού, με μια γυναίκα μαζί.
Αδύνατη, λεπτοκαμωμένη, σκούρα….
Καλώς όρισες Μανούσο, καλώς ορίσατε….. (τον υποδέχτηκε ο Αρίστος…)
καθίσανε στην αυλή και ο κάπτεν του πε για τη νέα γυναίκα του, τη Γιάρα.
Την είχε αγοράσει (!) από ένα Βεδουίνο στην έρημο. Την αντάλλαξε με κάτι καμήλες όπως τον δασκάλεψε ένας Αλεξανδρινός. ..
………………………………………………………………………………
……………………………………………………….
………………………………………
Στην πλατεία του χωριού επικρατούσε αναβρασμός.
Είχαν μαζευτεί άντρες και γυναίκες και ψαχνόντουσαν. Ποια είναι, από πού είναι.
Μάγισσα! από τα μέρη της άλλης!…έλεγε ο καφετζής…. Κόρη της ασωτίας και του λιμανιού, την είπαν άλλοι, από το σόι της Μαγδαληνής!…

Περνούσαν οι εβδομάδες κι η Γιάρα δεν εμφανιζόταν πουθενά. Τα ψώνια για το σπίτι τα έκανε ο Αρίστος. Στην πλατεία να βγει, ούτε λόγος…
Μόνο στη βρύση πήγαινε αξημέρωτα να φέρει το νερό. Η Λεμονιά, της την έστησε να μάθει…..

Εγκώ γυναίκα Μανούτσος! Αυτό έμαθε…
μόνο αυτό ήξερε η Γιάρα!
Αυτό της έμαθε ο Μανούσος, αυτό έλεγε!
Πως σε λένε? ρώταγε η Λεμονιά, εγκώ γυναίκα Μανούτσος!
από πού ήρθες? Εγκώ γυναίκα Μανούτσος,
σε παντρεύτηκε? Εγκω γυναίκα Μανούτσος….
Βαρέθηκε η Λεμονιά δε ξαναρώτησε…

Περνούσε ο καιρός και η Γιάρα έπρεπε να κάνει παιδί. Έπρεπε να σφραγιστεί ο γάμος και η υπόσχεση που έδωσε o Μανούσος στο Βεδουίνο. Να της κάνει γιο και να του δώσει το όνομά του. Νορίμ!
Έλα όμως που δεν ήθελε να την αγγίξει ο Μανούσος. Καμιά δεν ήθελε ν αγγίξει.. έπρεπε όμως….
Κι ότι έπρεπε να γίνει και δεν μπορούσε να το κάνει ο κάπτεν… το έκανε ο Αρίστος…
τα μιλήσανε, τα συμφωνήσανε. Ποτίσανε τη Γιάρα και δε πήρε χαμπάρι.
Προς ώρας δεν πήρε δηλαδή, γιατί…….
γεννήθηκε ένα αγόρι φτυστό ο Αρίστος!

Όσο μεγάλωνε ο Νορίμ, τόσο μεγάλωνε και το κουτσομπολιό. Άλλη κουβέντα δεν είχαν στην πλατεία…
Ο Μανούσος κι Αρίστος είχαν βρεθεί σε δύσκολη, πολύ δύσκολη θέση…
Βάση του άγραφου νόμου, ο Μανούσος έπρεπε να σκοτώσει και τη Γιάρα και τον…Αρίστο….

Το κακό ξορκίστηκε στην κηδεία του πατέρα του Μανούσου.
Ένα κοριτσάκι, ήταν δεν ήταν 5 χρονών, πλησίασε τον κάπτεν.
Συλλυπητήρια …
καλέ κύριε Μανούσο! σας παρακαλώ… πείτε στη γιαγιά μου, είναι ή δεν είναι δικό σας παιδί ο Νορίμ?
Άντε ! για να μας πει και καμιά ιστορία με νεράιδες. Όλο γι αυτό μιλάνε . Βαρέθηκα!
……………………………
……………………………………
………………………………………………

Μόνο ο νεκρός κινήθηκε! Όλοι οι άλλοι παγώσανε.

Τη λύση έδωσε ο παπαγιώργης….
Έλα εδώ Αγγελική μου, έλα να σου πω να μάθεις κι εσύ, να μάθουν κι οι υπόλοιποι.
Όταν γεννήθηκε ο γιος του Μανούσου, ο Αρίστος τον έφτυσε στο στόμα. Για αυτό και του μοιάσε!
Δηλαδή παπά μου, άμα φτύσω κι εγώ στο στόμα το παιδί της γειτόνισσας θα μου μοιάσει?
(Η ερώτηση ήρθε από το Σιφη… γνωστό μπερμπάντη του χωριού και των περιχώρων.)
Ναι Ιωσήφ! ναι τέκνο μου, του λέει κοιτάζονταν τον με μισό μάτι ο παπαγιώργης.
Δεν έχεις ακούσει που λένε, φτυστό ο πατέρας του?

Η παράδοση όντως το λέει. Άπαξ και φτύσεις στο στόμα νεογέννητου, το παιδί θα σου μοιάσει….

Χμμμμμ!
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »

Ο κάπτεν επέστρεψε !

Όταν πέθανε η Φανή, ο Μανούσος ήταν 24 ετών.
Παρόλο που σε αυτή την ηλικία οι ορμόνες οργιάζουν, ο καπετάνιος δεν ήθελε να δει γυναίκα. Ανέβηκε στο βουνό και βοσκούσε τα γίδια ο ίδιος.
Είχε αγριέψει ο Μανούσος στην όψη, στη φωνή, δε μιλούσε σ άνθρωπο.
Μόνο τον Αριστάκη έβλεπε. Ανέβαινε εκείνος συχνά στο βουνό και του κανε συντροφιά.

Είχε να φανεί ο Αρίστος δυο εβδομάδες. Σπάνιο γι αυτόν! μέρα παρά μέρα ανέβαινε και του φέρνε καπνό και νέα…

Τον είδε από μακριά και κρυφοχαμογέλασε.
Άσκημα νέα όμως έφερνε ο Αρίστος. Σκυφτός πήγαινε, σαν άντρας εκατό ετών.
Έκατσε και του πε για την αδελφή του την Ελένη. Είναι γκαστρωμένη Μανούσο…
Κάπνιζαν αμίλητοι ώρες πολλές. Την ώρα που ο Αρίστος σηκώθηκε να φύγει, ο Μανούσος σηκώθηκε. Θα την πάρω εγώ Αρίστο! Περίμενε θα φύγουμε μαζί.
Πήγε στην καλύβα και πήρε ένα δερμάτινο σακούλι.
Πήγαν στο σπίτι του Αρίστου. Τα μιλήσανε τα συμφωνήσανε .Το άλλο Σάββατο ο γάμος….

Κάτι μυρίστηκε το χωριό με τα ξαφνικά στεφανώματα…
Ψου ψου ψου στις πόρτες και στον καφενέ, οι φήμες οργίαζαν.
Κατέβηκε λέει ένα βράδυ από το βουνό και τη βίασε την Ελένη, πήγε ο Αρίστος και του ζητήσε το λόγο….Μπαααα… έλεγε ο καφετζής κουκούλωμα είναι. Την είχα δει εγώ στο Ηράκλειο τραβιότανε μ ένα μουστακαλή.
Πενήντα κατοίκους είχε το χωριό, πενήντα γνώμες άκουγες.
Φτάσανε και στα αφτιά του Μανούσου…
Ο Αρίστος με τα μαχαίρια στις τσέπες.
Δεν θα κάνεις πράμα Αρίστο του λεγε ο Μανούσος. Άσε και θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι στο γάμο. Κάνε υπομονή κι έχε πίστη στη φύση.
Δεν καταλάβαινε ο Αρίστος αλλά δε χάλαγε ποτέ χατίρι στο Μανούσο, πόσο μάλλον τώρα…
Όλη την εβδομάδα ο Μανούσος έβραζε ρίζες και χόρτα από το δερμάτινο σακουλάκι που χε φέρει μαζί του από το βουνό. Βρώμαγε ο τόπος.
Ίντα κάμεις μωρέ Μανούσο με τσι ντάντουρες και τα μανιτάρια?
Υπομονή Αρίστο θα δεις…

Χαράματα Σαββάτου!
Μέσα στην πρωινή ομίχλη δυο ανθρώπινες φιγούρες κι ένας γάιδαρος, διασχίζουν το μονοπάτι προς την δεξαμενή….την δεξαμενή που τροφοδοτούσε τη μοναδική βρύση του χωριού….

Κατά τις έξι φτάνει στη βρύση η Λεμονιά με το σταμνί, γεμίζει το νερό και βλαστημάει που… πάλι θολό είναι. Να σου κι η φουρνάρισα, κι ο παραγιός του καφετζή. Να σου και το Λενιώ, και το Κατερινάκι…όλες, όλες ….

Τα πρώτα κρούσματα φάνηκαν στο χωριό κατά τις 10 το πρωί. Οι γυναίκες χασκογελούσανε κι έπαιζαν με τα μπουγαδόνερα , άλλες είχανε σωριαστεί στις αυλές και βρίζανε τους απόντες συζύγους , άλλες ήταν στην καρακοσμάρα τους….Το Κατερινιώ είχε πετάξει τα ρούχα του και χόρευε στο κέντρο της πλατείας.
Το μεσημέρι επέστρεψαν οι άντρες και τρίβανε τα μάτια τους. Μέχρι κι ο καφετζής είχε τρελαθεί. Είχε αφήσει το μαγαζί κι έτρεχε πίσω από τη Λεμονιά την αδελφή της γυναίκας του.
Ορέ ίντα γινε εδώ? Μήτε φαί μήτε ρακί…ήπιανε νερό….



Έγινε στο χωριό της…Μαγδαληνής…
Να τρέχουν 45 κάτοικοι πάνω κάτω χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό!
Γελούσαν, κυλιόντουσαν στις λάσπες, αρπάζονταν από τα μαλλιά.
Χαμός!

Του παπά, του πήγανε νερό ο Μανούσος κι ο Αρίστος…
από το καλό νερό! το αφαρμάκοτο....
Τα παιξε ο παπαγιώργης, normal αυτός, έβλεπε τους σύντεκνους του να κάνουν έτσι, κι άρπαξε την αγιαστούρα.
Ο σατανάς! ο σατανάς ήρθε στο χωριό…

Δεν είχε κι άδικο …
Ο κάπτεν, είχε γυρίσει….
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »