...της άνευ χρήμασι εκδιδομένης ξανθιάς γυναικός το ηλεκτρονικό κιγκλίδωμα...

Ναι , ναι, εδώ είμαι και ζω…

Ευχαριστώ σας που επικοινωνείτε και ανησυχείτε …
Καλοκαιράκι κι έχει ζέστη…δεν μπορώ άλλο υπολογιστή..
Μπαλκονάκι, ρακές και μεζεδάκια….

Όχι ! Δεν θα το κλείσω το μαγαζί, που με ρωτάς Ιωσήφ.
Ανοιχτό θα είναι, κι όποτε έχω έμπνευση θα γράφω.
Γι αυτό και δεν ευχήθηκα καλό καλοκαίρι, ούτε έγραψα ένα γεια….


Σας ευχαριστώ όλους που με τιμάτε με την παρουσία σας, με το σχόλιο σας εδώ και στο email.

Να πω ένα γεια κι ένα ευχαριστώ στους νέους φίλους μου από το Kykeon.
H ομάδα Παυσανίας μ έχει εντυπωσιάσει.
Τα σέβη μου κύριοι και απ εδώ. Go on…



Ευχαριστώ τον Στράτο και τον Θοδωρή για το βραβείο που μου απονέμουν.
Με τιμά που με συμπεριλαμβάνεται πάντα στις απονομές.
Δεν ασχολούμαι πολύ ενεργά με αυτά κι γι αυτό δεν έχω απονείμει κι εγώ σε σας.
Η εκτίμησή μου όμως είναι δεδομένη.

Μάτα σ ευχαριστώ κι εσένα για το βραβείο...
το είδα και το χάρηκα ...
φιλάκι !

Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »

Ο καπετάν Μανούσος κι η Φανή

Η πρώτη γυναίκα του καπετάνιου.
Θα ταν και η μοναδική, μα του φυγε νωρίς…
Ήθελε να μείνει μόνος, να περιμένει να την ξαναδεί μα γκαστρώθηκε η αδελφή του Αρίστου μ έναν Ηρακλειώτη που την έκανε για Πειραιά…Την πήρε ο Μανούσος, να μην ακουστεί πράμα….
Θεό του τον είχε ο Αρίστος.. που τανε κι ο μόνος που ξερε…

Όταν γνώρισε τη Φανή, ήταν 18 ετών .Εκείνη ήταν 22.
Ένα πρωί το ακατοίκητο σπίτι του Φράγκου, άνοιξε τα παράθυρα…
Το βάφανε, το ξαέριζαν.
Βούιξε η γειτονία…. Το αγόρασε μια οικογένεια από την Αίγυπτο.
Η κόρη τους φιλάσθενη, δεν άντεχε το βαρύ ζεστό καιρό της χώρας των ερήμων κι έψαχναν μια Αίγυπτο αλλού. Τη βρήκαν απέναντι…

Μπαγκάζια κι έπιπλα στην κοινή θέα. Μαζεύτηκε κι η γειτονιά για τα καλωσορίσματα. Ο Μανούσος με τον Αρίστο έστριβαν τα πρώτα τους τσιγάρα στην πίσω αυλή και δεν πήραν χαμπάρι την άφιξη.
Το μεσημέρι η μάνα του, είχε προσκαλέσει τους νέους γείτονες για φαγητό. Δεν είναι εύκολο να έχεις μετακόμιση και να βάζεις και τσουκάλι στη φωτιά….
Η Φανούλα ήταν μια λεπτοκαμωμένη κοπελίτσα με μακριά μαλλιά. Ήσυχη καθόταν στο τραπέζι και δεν μιλούσε. Ο Μανούσος την κοίταζε γοητευμένος. Το μάτι του είχε συνηθίσει στο σκαρί των γυναικών του χωριού. Δυνατές γυναίκες με σκληρά χαρακτηριστικά.
Η Φανούλα ήταν αλλιώς. Εύθραυστη! Χαμογέλαγε κι έλεγες θα σπάσει…
Αρίστο! Είπε το απόγευμα στο κολλητάρι του… θα γίνει δικιά μου, ο κόσμος να χαλάσει.
Δεν χάλασε ο κόσμος που έκανες δικιά σου τη μάνα της Λεμονιάς, θα γίνει μ αυτή?
Δεν είναι το ίδιο ρε Αρίστο! Την είδα κι ακόμα απ το μυαλό μου δεν έχει βγει…
Πέρασαν δυο μέρες κι η Φανούλα δεν είχε εμφανιστεί στην πλατεία.
Όλοι το βράδυ, μαζεύονταν στην πλατεία. Έπαιζαν λύρα, τ αγόρια μάθαιναν τα όπλα, σκάρωναν μαντινάδες, οι γυναίκες έλεγαν ιστορίες…
Η νεόφερτη οικογένεια δεν εμφανιζόταν. Έδιναν κι έπαιρναν τα κουτσομπολιά.
Το σπίτι του Φράγκου το θεωρούσαν στοιχειωμένο. Χρόνια ακατοίκητο, κλειστό.
Ο Φράγκος είχε πεθάνει μόνος στο σπίτι μέσα. Παράξενος γέρος! χωρίς φιλίες στο χωρίο… κάνανε τρεις ημέρες να τον ανακαλύψουν! Είχε αφήσει στερνή επιθυμία να τον κάψουν…Ο παπαγιώργης ούτε να τ ακούσει. Στη δική του ενορία, δεν καίνε παρά μόνο τον Ιούδα την Ανάσταση..
Τον έθαψαν κι ο θρύλος τον θέλει να τριγυρνά στα μνήματα…

Ο Μανούσος ήθελε να την ξαναδεί. Τα βράδια πέρναγε από το σπίτι και κοιτούσε τα παράθυρα. Τίποτα! Κλειστές κουρτίνες…
Ένα βράδυ γύριζε μαζί με τον Αρίστο και κοιτάζοντας, την είδε!
Είχε πανσέληνο! Εκείνη του Αυγούστου, την πιο λαμπερή πανσέληνο του χρόνου.
Είχε βγει να τη δει!
Αρίστο φευγα, φευγα …θα ρθω μετά…
Χάρμα οφθαλμών ήταν η Φανούλα... Φορούσε ένα μακρύ νυχτικό και με τα λυτά μαλλιά της να ανεμίζουν, θύμιζε ξωτικό.
Τρόμαξε ο Μανούσος και ντράπηκε! Η Φανή είναι μωρέ! Η Φανούλα….
Πρέπει να τραβήξω την προσοχή της, κάτι πρέπει να κάνω. Δεν ήθελε να τη φωνάξει.
Θα τον άκουγαν…
Ένα λουλούδι! Πρέπει να της πετάξω ένα λουλούδι….
Γύρω του θάμνοι, σκίνα …
Μόνο το γιασεμί!…μόνο αυτό κάνει.
Έκοψε τον μικρό ανθό και τον πέταξε. Τον πήρε ο άνεμος και τον προσγείωσε άδοξα.
Έκοψε άλλο….. το ίδιο…
Κάθισε να σκεφτεί. Ένοιωσε στην τσέπη του το ξένο σώμα..
Ναι μωρέ ! με τη σφεντόνα… πως δε το σκέφτηκα….
Τοποθετεί το λουλουδάκι στη σφεντόνα αλλά ο άνεμος δεν του κανε τη χάρη.
Πρέπει να το δέσω σε κάτι βαρύ… να αντισταθεί στον άνεμο να τον διασχίσει και να φτάσει…. Τι όμως? Ξανάκατσε… μια πέτρα του τρύπησε το χέρι…
Έκοψε ένα γιασεμί μαζί με το κλαδί και το δεσε στην πέτρα….
Μ αυτό θα φτάσει….

Ήταν ώρα να μπει μέσα η Φανούλα, είχε κουραστεί να στέκεται. Γύρισε την πλάτη της να διασχίσει το κατώφλι και ….
Στο κεφάλι της προσγειώθηκε το δωράκι του Μανούσου… πέτρα και γιασεμί.
Το κλαδί δηλαδή μόνο, γιατί ο μικρός ανθός είχε πάει περίπατο…
Πάρτη κάτω τη Φανούλα…
Έφτασε σκασμένος από το τρέξιμο ο Μανούσος στον αχυρώνα.
Ο Αριστάκης κρατούσε την κοιλιά του και κυλιόταν απ τα γέλια.
Με τη σφεντόνα ορε παντέρμε? Χαχαχαχαχαχαχαχα. Αυτό είναι που λέμε τη βάρεσε ο έρωτας κατά κούτελα? Χαχαχαχαχαχαχαχα…
Σκάσε Αριστο, σκάσε μη την πληρώσεις εσύ.
Έσκασε ο Αρίστος έσκαγε κι ο Μανούσος… οφού μωρέ οφού, ίντα παθα ο κουζουλός.
Το βράδυ στην πλατεία το κουτσομπολιό είχε ανάψει…
Ναι, ναι … τη βρήκε ο πατέρας της στην αυλή. Μια πέτρα δεμένη με κλωνάρι την χτύπησε στο κεφάλι. Όρκο παίρνει ο παραγιός, ήρθε η πέτρα από το πουθενά.
Και να ταν σκέτη πέτρα, εντάξει… μα είχε και τα μάγια πάνω…
Μάγια! Μπορεί να είναι ο Φραγκος, να ενοχλήθηκε που του χαλάσανε την ησυχία…

Αυτό το περιστατικό ήταν και η αιτία για την αρχή των βασάνων της Φανούλας…
Την είχανε για πειραγμένη….
Τετρακόσα τα είχε η Φανούλα…μη σας πω και πεντακόσα… όσα και του καπετάνιου…
Την άφησε τη φήμη ο Μανούσος… δεν είπε λέξη…ούτε ο Αριστάκης φυσικά.
Την απέφευγαν τα αγόρια τη Φανούλα…
Βρώμα είχε βγάλει ο Αρίστος, (φυσικά δασκαλεμένος από τον κάπτεν) ότι η Φανούλα μιλούσε με τον Φράγκο…
Το έφερε απ εδώ, το πήγε από κει..... την πήρε! Με παπά και με κουμπάρο…
ποιόν άλλο? …τον Αρίστο φυσικά!
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »

Ο Καπετάν Μανούσος.

Στα χέρια μου κρατάω ένα προσκλητήριο!
Μου ήρθε με κούριερ.
Βλέπω τα γράμματα και διαβάζω με δυσκολία το γραφικό χαρακτήρα…
Είναι δικός του, είναι σίγουρο!
Μου το χε πει…. αλλά που να το πιστέψω…
Το προσκλητήριο γράφει…
Ε! ξανθούλα, για να διαβάζεις αυτό, πάει να πει ότι ο γάμος είναι πλέον γεγονός.
Ήρθε επιτέλους να με πάρει…. Έχω ετοιμαστεί και περιμένω τα γλέντια!
Θα συναντήσω φίλους και γνωστούς… τις τρεις γυναίκες σκέφτομαι …πως θα βολέψω, αλλά δε βαριέσαι… θα λαδώσω τον μπαρμπά Πέτρο να εμφανιστώ μόνο στη Φανή…
Έχω αφήσει ρητή εντολή να σε καλέσουν, να σου ταχυδρομήσουν το προσκλητήριο… είχες πει πως θα ρθεις….
Μη βάλεις μαύρα ! έχω αφήσει παραγγελία να κάνουν γλέντι κανονικό. Χωρίς κλάματα.. να βάλεις κόκκινα εσύ, που σαι και ξανθιά.

Έχω μείνει κάγκελο!
Κουζουλούς έχω γνωρίσει πολλούς…σαν τον καπετάν Μανούσο όμως….!
Η απόσταση μεγάλη, χαθήκαμε … μα Πάντα ρώταγα, πάντα ρωτούσε…
Στις πρώτες μου εξορμήσεις για δουλειά στην Κρήτη, πριν πέντε χρόνια περίπου, ένας από τους συνεργάτες μου, βέρος Κρητικός με ρώτησε τι ήθελα για φαγητό.
Χοχλιούς μπουμπουριστούς, ντάκο, και ρακί! Αυτά θέλω, του πα χαμογελώντας….
Χρόνο έχεις? Με ρωτάει .
Έχω!
Οκ πάμε….Αναβαίναμε, ανεβαίναμε…..α ρε Ψηλορείτη…
Που πάμε ορέ σύντεκνε?
Στο σπίτι του Μανούσου !
Τι λες ρε Θανάση ? ποιανού Μανούσου , τι λες τώρα….
Είναι ο παππούς της γυναίκας μου, δεν υπάρχει ο άνθρωπος! θα πάθεις…
Μα ?…….. φτάσαμε στο σπίτι .
Παλιό, μα καλοδιατηρημένο. Η αυλή πλακοστρωμένη, λουλούδια στις γλάστρες και μια πέτρινη βρύση με κεφάλι λιονταριού να ρίχνει το νερό της στα παρτέρια. Μύριζε ένα παράξενο… πικάντικο άρωμα…. Αρμπαρόριζα μου παν…
Ο καπετάνιος καθόταν μαζί με έναν φίλο του στο τραπέζι κι έπαιζαν χαρτιά.
Παππού?
Κόπιασε Θανάση, έλα !
Παππού, μια κρυφοκρητικιά ορέχτηκε χοχλιούς και θέλει και ρακί.
όχι μόνο φάγαμε κι ήπιαμε αλλά έμεινα κι εκεί το βράδυ. Οι ιστορίες του, ο τρόπος που μιλούσε σε καθήλωνε… γέλιο αβίαστο, γέλιο από σκανταλιά…
Τρεις γυναίκες είχε πάρει …και τις τρεις τις έθαψε!
95 χρονών ήταν ο παππούς όταν τον γνώρισα. Μη πάει το μυαλό σας σε κανένα ραμόλι! Η ψυχή του ήταν ακμαία. Χόρευε, έπινε, κάπνιζε κι έπαιζε το ΕΚΑΣ στο τάβλι με το φίλο του τον Αριστάκη.
Μορφή ο Μανούσος
Γεια σου ρε καπετάν Μανούσο! του λέω κάποια στιγμή… Μας έμεινε!
Εκεί που στραγγίζαμε την νταμιτζάνα της ρακής μου λέει.
Θα ρθεις στο γάμο μου?
Ποιο γάμο Καπετάν Μανούσο. Κι άλλη θα θάψεις?
Όχι σ αυτό το γάμο! στον άλλο, με το χάρο….
Αν δεν έχω πεθάνει πρώτη θα ρθω καπετάνιε μου. Θα ρθω.
Αριστάκη! λέει στο φίλο του, αν ζεις, εσύ να της στείλεις το προσκλητήριο…

Το έστειλε ο Αριστάκης κι εγώ το κοιτάζω…
Με κόκκινο στην κηδεία ρε καπετάνιε? … θα με επικηρύξουν ….θα με λιθοβολήσουν…Αχχχχχχχ…..

Το γλέντι….

Κόκκινο ρούχο στην ντουλάπα μου δεν υπάρχει…
Η μάνα και η κα Ντόρα προσπαθούν να με μεταπείσουν.
Μπρε γιαβρί μου, κόκκινο δεν είναι σωστό να φορέσεις! Τι θα πουν οι δικοί του.
Μπρε ρεζίλι θα γένεις…
Να βάλεις τουλάχιστον άσπρα! (η μάνα) κι αυτό πένθιμο είναι.
Εγώ είχα κάνει το πρέπον…
τηλέφωνο στον Θανάση για τα συλλυπητήρια τις λεπτομέρειες και φυσικά για την ερώτηση….κόκκινο ή μαύρο?
Για ποιόν θα ρθεις στο γάμο Μαγδαληνή? Με ρωτάει .
Για τον καπετάνιο φυσικά ! τι ερώτηση!
Τότε κάνε, ότι λέει η ψυχή σου!
Πήγα και αγόρασα κόκκινο φόρεμα….
Προσγειώνομαι στο Καζαντζάκης, με παραλαμβάνει ο Θανάσης που με κοιτά και μου χαμογελά. Πήραμε το δρόμο για το σπίτι. Μου έλεγε για τον παππού κι έκλαιγα από τα γέλια…Διάβολος σκέτος! Δεν μπορείτε να φανταστείτε για τι άνθρωπο μιλάμε…

Τα χε γραμμένα τα προσκλητήρια…όποιον γνώριζε και τον θεωρούσε φίλο του, του έγραφε προσκλητήριο. Είχε βάλει τον Αριστάκη υπεύθυνο… ένα για τον καθένα που θελε να ρθει να τον χαιρετήσει , οι άλλοι έγραψε, να μην πατήσουν….

Φτάσαμε στο σπίτι. Τίγκα ήτανε! καλεσμένοι, ακάλεστοι… όλοι εκεί.
Συζητούσαν για τα προσκλητήρια….τέτοια κουζουλάδα ούτε από τον Μανούσο δεν περίμεναν….Τη μια του τη νύφη δεν την είχε καλέσει! Δεν τη χώνευε ! ήταν βέβαια εκεί… φορούσε μαύρα … Η άλλη φορούσε ένα πράσινο φόρεμα.
Τρώγανε πίνανε κι ο καπετάνιος ξαπλωμένος μέσα στα λουλούδια. Δίπλα του καθόταν ο Αριστάκης…. με είδε και μου κλείσε το μάτι…
Περνούσαν τα εγγόνια, οι νύφες, οι γιοι και τον ασπάζονταν. Λέγαν και μια κουβέντα…τελευταίος τον φίλησε ο Αριστάκης. Έχω μια παραγγελία είπε…
Ο Μανούσος έχει αφήσει μια επιστολή και μου πε να σας την εδιαβάσω.
Τι το θελε…. και τι δεν έγραφε! ….ότι άπλυτο είχε η οικογένεια βγήκε στη φόρα…και της γειτονιάς το ίδιο! Για κουμπάρους και κουμπάρες και αλλαξοπισινιές! Έγινε χαμός….άδειασε το σπίτι…Μείναμε οι κάτοχοι των προσκλητηρίων…
Ο Αριστάκης συνέχισε να διαβάζει
…Πρέπει να ξομολογηθώ, να μην έχω αμαρτία… και στη Χριστίνα να πείτε
(τη νύφη του τη μαυροφόρα )τώρα που φυγα, πρέπει να της πω, πως το βοτάνι, πράμα δεν κάνει!
έτσι της το πα… γιατί γύρναγε στη γειτονιά κι έλεγε πως λέρωνα τα βρακιά μου.
Χριστινίο να με συμπαθάς….
Την αρμπαρόριζα όσο και να την τρίβεις στο πράμα σου…. Αγόρι δε θα πιάσεις!




Αθεόφοβος ρε καπετάν Μανούσο! …. Αθεόφοβος…
Καλό σου ταξίδι…
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »

Δύο σε ένα….ούτε στον εχθρό μου….

Μέρες τώρα θέλω να γράψω…αλλά ο ξανθός μου εγκέφαλος αρνείται να λειτουργήσει…λειτουργεί ο μελαχρινός!…Κάνει υπολογισμούς, καταστρώνει σχέδια…Κι αν γίνει αυτό, θα έχει αποτέλεσμα εκείνο.…

Ο μελαχρινός μου εγκέφαλος λειτουργεί αυτοβούλως όποτε γουστάρει..

Δε ξέρετε τι καημός είναι να είσαι δύο!
Η ξανθιά θέλει να κάνει τα δικά της κι η μελαχρινή πατάει πόδι!
Που πας ρε Καραμήτρο! Που πας ? άηντε γιουργια στο νταβλά με τα κουλούρια…
Άραξε να το ψάξουμε και μετά αν μπορούμε το κάνουμε…
Μα τι λες καημένη! Εγώ το θέλω τώρα!
Δε πα να το θες! Όσες φορές κάναμε του ξανθού κεφαλιού μας, μετρήσαμε ήττες.
Θα πάρω το πάνω χέρι! Κι αρχίζω από τα χαλάρα, κατ αρχήν δε θα πας να ψηφίσεις τον Δημοσθένη το Βέργα, στο απαγορεύω ρητός και δια ροπάλου…
Γιατί καλέ? Πλάκα έχει ο τύπος.
Αν έχει πλάκα, να πάει σε καμιά οικοδομή να την ρίξει. Η χώρα δεν είναι για πειράματα…
ε! τότε δεν πάω να ψηφίσω καθόλου! Δεν γουστάρω κανέναν τους. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Να τους κράξω. Η αποχή θα έχει μεγάλο ποσοστό…
Βλέπεις που σε λέω ανόητη ξανθιά! Πρέπει να πας να ψηφίσεις , αλλιώς πάλι Κωστήκα και Γιορίκα θα έχει το πρόγραμμα…
Και τι να ψηφίσω ρε έξυπνη μελαχρινή? Αφού πλακάκια θα τα κάνουνε οι μικροί με τους μεγάλους …..κι αυτή για την κουτάλα πάνε….

Αντιλαμβάνεστε τον φορτίο μου?
Να πρέπει εγώ, ως κορμί , να βάλω σε τάξη αυτή την πολεμική κατάσταση του εγκεφάλου μου. Μαύρο και άσπρο, να τ αναμείξω να βγάλω ένα γκρι, να πορευτώ εν ειρήνη….


Ευελπιστώ η ξανθιά να ξεμουλαρώσει και να γράφει συχνότερα, αλλά δεν είναι και να της έχεις εμπιστοσύνη αυτηνής…


Λενακο, I saloute you!
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »