Στα χέρια μου κρατάω ένα προσκλητήριο!
Μου ήρθε με κούριερ.
Βλέπω τα γράμματα και διαβάζω με δυσκολία το γραφικό χαρακτήρα…
Είναι δικός του, είναι σίγουρο!
Μου το χε πει…. αλλά που να το πιστέψω…
Το προσκλητήριο γράφει…
Ε! ξανθούλα, για να διαβάζεις αυτό, πάει να πει ότι ο γάμος είναι πλέον γεγονός.
Ήρθε επιτέλους να με πάρει…. Έχω ετοιμαστεί και περιμένω τα γλέντια!
Θα συναντήσω φίλους και γνωστούς… τις τρεις γυναίκες σκέφτομαι …πως θα βολέψω, αλλά δε βαριέσαι… θα λαδώσω τον μπαρμπά Πέτρο να εμφανιστώ μόνο στη Φανή…
Έχω αφήσει ρητή εντολή να σε καλέσουν, να σου ταχυδρομήσουν το προσκλητήριο… είχες πει πως θα ρθεις….
Μη βάλεις μαύρα ! έχω αφήσει παραγγελία να κάνουν γλέντι κανονικό. Χωρίς κλάματα.. να βάλεις κόκκινα εσύ, που σαι και ξανθιά.
Έχω μείνει κάγκελο!
Κουζουλούς έχω γνωρίσει πολλούς…σαν τον καπετάν Μανούσο όμως….!
Η απόσταση μεγάλη, χαθήκαμε … μα Πάντα ρώταγα, πάντα ρωτούσε…
Στις πρώτες μου εξορμήσεις για δουλειά στην Κρήτη, πριν πέντε χρόνια περίπου, ένας από τους συνεργάτες μου, βέρος Κρητικός με ρώτησε τι ήθελα για φαγητό.
Χοχλιούς μπουμπουριστούς, ντάκο, και ρακί! Αυτά θέλω, του πα χαμογελώντας….
Χρόνο έχεις? Με ρωτάει .
Έχω!
Οκ πάμε….Αναβαίναμε, ανεβαίναμε…..α ρε Ψηλορείτη…
Που πάμε ορέ σύντεκνε?
Στο σπίτι του Μανούσου !
Τι λες ρε Θανάση ? ποιανού Μανούσου , τι λες τώρα….
Είναι ο παππούς της γυναίκας μου, δεν υπάρχει ο άνθρωπος! θα πάθεις…
Μα ?…….. φτάσαμε στο σπίτι .
Παλιό, μα καλοδιατηρημένο. Η αυλή πλακοστρωμένη, λουλούδια στις γλάστρες και μια πέτρινη βρύση με κεφάλι λιονταριού να ρίχνει το νερό της στα παρτέρια. Μύριζε ένα παράξενο… πικάντικο άρωμα…. Αρμπαρόριζα μου παν…
Ο καπετάνιος καθόταν μαζί με έναν φίλο του στο τραπέζι κι έπαιζαν χαρτιά.
Παππού?
Κόπιασε Θανάση, έλα !
Παππού, μια κρυφοκρητικιά ορέχτηκε χοχλιούς και θέλει και ρακί.
όχι μόνο φάγαμε κι ήπιαμε αλλά έμεινα κι εκεί το βράδυ. Οι ιστορίες του, ο τρόπος που μιλούσε σε καθήλωνε… γέλιο αβίαστο, γέλιο από σκανταλιά…
Τρεις γυναίκες είχε πάρει …και τις τρεις τις έθαψε!
95 χρονών ήταν ο παππούς όταν τον γνώρισα. Μη πάει το μυαλό σας σε κανένα ραμόλι! Η ψυχή του ήταν ακμαία. Χόρευε, έπινε, κάπνιζε κι έπαιζε το ΕΚΑΣ στο τάβλι με το φίλο του τον Αριστάκη.
Μορφή ο Μανούσος
Γεια σου ρε καπετάν Μανούσο! του λέω κάποια στιγμή… Μας έμεινε!
Εκεί που στραγγίζαμε την νταμιτζάνα της ρακής μου λέει.
Θα ρθεις στο γάμο μου?
Ποιο γάμο Καπετάν Μανούσο. Κι άλλη θα θάψεις?
Όχι σ αυτό το γάμο! στον άλλο, με το χάρο….
Αν δεν έχω πεθάνει πρώτη θα ρθω καπετάνιε μου. Θα ρθω.
Αριστάκη! λέει στο φίλο του, αν ζεις, εσύ να της στείλεις το προσκλητήριο…
Το έστειλε ο Αριστάκης κι εγώ το κοιτάζω…
Με κόκκινο στην κηδεία ρε καπετάνιε? … θα με επικηρύξουν ….θα με λιθοβολήσουν…Αχχχχχχχ…..
Το γλέντι….
Κόκκινο ρούχο στην ντουλάπα μου δεν υπάρχει…
Η μάνα και η κα Ντόρα προσπαθούν να με μεταπείσουν.
Μπρε γιαβρί μου, κόκκινο δεν είναι σωστό να φορέσεις! Τι θα πουν οι δικοί του.
Μπρε ρεζίλι θα γένεις…
Να βάλεις τουλάχιστον άσπρα! (η μάνα) κι αυτό πένθιμο είναι.
Εγώ είχα κάνει το πρέπον…
τηλέφωνο στον Θανάση για τα συλλυπητήρια τις λεπτομέρειες και φυσικά για την ερώτηση….κόκκινο ή μαύρο?
Για ποιόν θα ρθεις στο γάμο Μαγδαληνή? Με ρωτάει .
Για τον καπετάνιο φυσικά ! τι ερώτηση!
Τότε κάνε, ότι λέει η ψυχή σου!
Πήγα και αγόρασα κόκκινο φόρεμα….
Προσγειώνομαι στο Καζαντζάκης, με παραλαμβάνει ο Θανάσης που με κοιτά και μου χαμογελά. Πήραμε το δρόμο για το σπίτι. Μου έλεγε για τον παππού κι έκλαιγα από τα γέλια…Διάβολος σκέτος! Δεν μπορείτε να φανταστείτε για τι άνθρωπο μιλάμε…
Τα χε γραμμένα τα προσκλητήρια…όποιον γνώριζε και τον θεωρούσε φίλο του, του έγραφε προσκλητήριο. Είχε βάλει τον Αριστάκη υπεύθυνο… ένα για τον καθένα που θελε να ρθει να τον χαιρετήσει , οι άλλοι έγραψε, να μην πατήσουν….
Φτάσαμε στο σπίτι. Τίγκα ήτανε! καλεσμένοι, ακάλεστοι… όλοι εκεί.
Συζητούσαν για τα προσκλητήρια….τέτοια κουζουλάδα ούτε από τον Μανούσο δεν περίμεναν….Τη μια του τη νύφη δεν την είχε καλέσει! Δεν τη χώνευε ! ήταν βέβαια εκεί… φορούσε μαύρα … Η άλλη φορούσε ένα πράσινο φόρεμα.
Τρώγανε πίνανε κι ο καπετάνιος ξαπλωμένος μέσα στα λουλούδια. Δίπλα του καθόταν ο Αριστάκης…. με είδε και μου κλείσε το μάτι…
Περνούσαν τα εγγόνια, οι νύφες, οι γιοι και τον ασπάζονταν. Λέγαν και μια κουβέντα…τελευταίος τον φίλησε ο Αριστάκης. Έχω μια παραγγελία είπε…
Ο Μανούσος έχει αφήσει μια επιστολή και μου πε να σας την εδιαβάσω.
Τι το θελε…. και τι δεν έγραφε! ….ότι άπλυτο είχε η οικογένεια βγήκε στη φόρα…και της γειτονιάς το ίδιο! Για κουμπάρους και κουμπάρες και αλλαξοπισινιές! Έγινε χαμός….άδειασε το σπίτι…Μείναμε οι κάτοχοι των προσκλητηρίων…
Ο Αριστάκης συνέχισε να διαβάζει
…Πρέπει να ξομολογηθώ, να μην έχω αμαρτία… και στη Χριστίνα να πείτε
(τη νύφη του τη μαυροφόρα )τώρα που φυγα, πρέπει να της πω, πως το βοτάνι, πράμα δεν κάνει!
έτσι της το πα… γιατί γύρναγε στη γειτονιά κι έλεγε πως λέρωνα τα βρακιά μου.
Χριστινίο να με συμπαθάς….
Την αρμπαρόριζα όσο και να την τρίβεις στο πράμα σου…. Αγόρι δε θα πιάσεις!
Αθεόφοβος ρε καπετάν Μανούσο! …. Αθεόφοβος…
Καλό σου ταξίδι…
Ε, που πας; Έχει κι άλλο... »